αιγίλιψ


αιγίλιψ
αἰγίλιψ (-ιπος), ο, η (Α)
τόπος όπου δεν σκαρφαλώνουν ούτε κατσίκια, επομένως απόκρημνος, απότομος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. από αἰγι- (< αἴξ, αἰγὸς) και -λιψ. Το β' συνθ. συνδέεται πιθ. με την ΙΕ ρίζα *leip, που σημαίνει («αλείφω» και) «σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι» — πρβλ. λ.χ. λιθ., lipti «σκαρφαλώνω», ελλην. «-λιψ πέτρα» Ησύχ., όπου ἄλιψ κυριολεκτικά σημαίνει τον «αναρρίχητο, που δεν μπορεί κανείς να ανεβεί επάνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰγίλιψ — destitute even of goats masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπα — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπα — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπες — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπες — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπος — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπος — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AEGILIPS — urbs Acarnaniae. Strabo. Et locus in Epiro. Steph. Αἰγίλιψ, πλησίον Κροκυλείας τῆς Η᾿πείρου. Ο῞μηρος Il. β. v. 633. Καὶ Κροκύλειαις; ενέμοντο, καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν. Εἴληχε δὲ την` προτηγορίκν διὰ τό μετρώδη (Meursius πετρώδη) εἶναι, καὶ ὑψηλην` …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Aigilips — (altgriechisch Ἀιγίλιψ) ist eine Ortschaft aus der griechischen Mythologie. Im Schiffskatalog in Homers Ilias wird sie als eine der dem Odysseus untertänigen Ortschaften genannt.[1] Nach einem Lokalisierungsversuch des antiken Geografen… …   Deutsch Wikipedia

  • ηλίβατος — ἠλίβατος και δωρ. ἀλίβατος, ον (Α) 1. (στον Όμ. πάντα για απότομους βράχους) ψηλός, απότομος, απόκρημνος, ανηφορικός 2. (για δέντρα, καθώς και για τον θρόνο τού Διός στην Ολυμπία) ψηλός, μεγάλος (τῶν ἠλιβάτων θρόνων ἄρχοντα», Αριστοφ.) 3. (για τη …   Dictionary of Greek